Η επανεμφάνιση της ευλογιάς των προβάτων το 2024 στην περιοχή του Έβρου έχει επιφέρει σημαντικές επιπτώσεις στον κτηνοτροφικό τομέα της χώρας. Ειδικοί σημειώνουν πως μετά το παρόμοιο κύμα το 2014, η ασθένεια υποτιμήθηκε και τα μέτρα που θεσπίστηκαν δεν ήταν επαρκή για την αποτροπή νέας διάδοσης. Παρά την ενεργοποίηση ευρωπαϊκών οδηγιών και εθνικών σχεδίων έκτακτης ανάγκης, η εξάπλωση του ιού αποδείχθηκε δύσκολο να περιοριστεί.
Εκπρόσωποι του κλάδου και επιστήμονες τονίζουν ότι για να υπάρξει αποτελεσματική αντιμετώπιση απαιτούνται έγκαιρη διάγνωση, άμεση παρέμβαση και αυστηρά μέτρα βιοασφάλειας. Την ίδια στιγμή, οι αγρότες εκφράζουν οργή και δυσπιστία λόγω των απωλειών και των καταστροφών στις εγκαταστάσεις τους, ενώ επικρίνουν τις τρέχουσες επικοινωνιακές πολιτικές ως αναποτελεσματικές και ανεπαρκείς. Οι αρμόδιοι υπογραμμίζουν την ανάγκη για δίκαιη αποζημίωση και μόνιμα προγράμματα ανασυγκρότησης.
Οι ειδικοί επισημαίνουν επίσης ότι μετά το πέρας της επιδημίας είναι κρίσιμο να υποστηριχθούν οι τοπικές αρχές στη διαχείριση της ταφής ή καύσης των νεκρών ζώων. Αναφορά γίνεται στο παράδειγμα της αποδοτικής διαχείρισης της ασθένειας του ποδιού και του στόματος στο Ηνωμένο Βασίλειο, προβάλλοντας τη σημασία της άμεσης και συντονισμένης αντίδρασης. Ψηφιακή παρακολούθηση των ζώων, αυστηροί έλεγχοι στις μετακινήσεις και διαρκή προγράμματα κατάρτισης προτείνονται ως μακροπρόθεσμα μέτρα ενίσχυσης της ανθεκτικότητας του τομέα, ενώ η συνεργασία και η έγκυρη ενημέρωση όλων των φορέων κρίνονται καθοριστικές για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.

Αφήστε μια απάντηση