Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για την απασχόληση και την κοινωνική πρόοδο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2025, ένας στους πέντε πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης – δηλαδή περίπου 51 εκατομμύρια άτομα – εξακολουθεί να βρίσκεται εκτός της αγοράς εργασίας. Τα περισσότερα από αυτά ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες όπως οι γυναίκες, τα άτομα ηλικίας 55-64 ετών, οι μετανάστες και τα άτομα με αναπηρία. Η έκθεση τονίζει ότι η αποτελεσματικότερη ένταξη αυτών των ομάδων στον χώρο εργασίας θα μπορούσε να μετριάσει τις συνέπειες των δημογραφικών μεταβολών και να συμβάλει στην αντιμετώπιση της έλλειψης δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας της ΕΕ.
Ο στόχος της Ένωσης είναι η αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό στο 78% έως το 2030, ωστόσο οι γυναίκες εξακολουθούν να υπολείπονται κατά περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με τους άνδρες, με 32 εκατομμύρια γυναίκες να παραμένουν εκτός αγοράς εργασίας κυρίως λόγω οικογενειακών και φροντίδας ευθυνών, ανεπαρκών υπηρεσιών φύλαξης παιδιών, καθώς και αντικινήτρων από τα φορολογικά και κοινωνικά συστήματα. Για τις μητέρες με μικρά παιδιά, το 75% δήλωσε ως βασικό λόγο αποχής τις ευθύνες φροντίδας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τους πατέρες είναι μόλις 13%. Η έκθεση επισημαίνει ότι η ενίσχυση των υπηρεσιών φύλαξης θα μπορούσε να ενισχύσει τη γυναικεία απασχόληση έως και 30% σε ορισμένες χώρες και να αυξήσει το ΑΕΠ της ΕΕ κατά 1,7%.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στους ηλικιωμένους, στους μετανάστες και στα άτομα με αναπηρία, που συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν εμπόδια στην πλήρη ένταξή τους στην εργασία. Οι μεγαλύτερης ηλικίας πολίτες, κυρίως λόγω συνταξιοδοτικών κανόνων, προβλημάτων υγείας και έλλειψης ευέλικτων εργασιακών συνθηκών, αποκλείονται σταδιακά από την αγορά, ενώ οι επτά εκατομμύρια και πλέον μετανάστες αποτελούν και την πλέον ευάλωτη ομάδα στη φτώχεια, κυρίως λόγω γλωσσικών φραγμών και έλλειψης αναγνώρισης προσόντων. Για τα άτομα με αναπηρία, παρά το γεγονός ότι η απασχόληση παρουσιάζει βελτιώσεις, το σχετικό ποσοστό κινείται ακόμη στο 56,4%. Η έκθεση εφιστά την προσοχή στην ανάγκη για ισχυρότερη ενσωμάτωση, καθώς οι πολιτικές για συμπεριληπτική εργασία εκτιμάται πως ενισχύουν τόσο την κοινωνική συνοχή όσο και τον αγώνα κατά της φτώχειας.

Αφήστε μια απάντηση