Στη Γερμανία, σύμφωνα με τις αρχές, από τον Σεπτέμβριο έχει καταγραφεί νέα αύξηση στα κρούσματα του ιού της γρίπης των πτηνών. Μετά από μια περίοδο μείωσης, τα περιστατικά άρχισαν να αυξάνονται με την έλευση του φθινοπώρου, επηρεάζοντας τόσο οικόσιτα όσο και άγρια πουλιά. Το Υπουργείο Γεωργίας και Περιβάλλοντος της Έσσης ανακοίνωσε ότι εντοπίστηκαν χαμηλής παθογένειας κρούσματα γρίπης σε χήνες στον Κάσσελ στα τέλη Σεπτεμβρίου.
Σε ορισμένες περιοχές της χώρας, όπως τη Βαυαρία, το Βρανδεμβούργο, το Σλέσβιχ-Χόλσταϊν, τη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία και τη Θουριγγία, έχουν σημειωθεί πολυάριθμα νέα κρούσματα, με αποτέλεσμα να απαιτηθεί η θανάτωση χιλιάδων ορνίθων, πάπιων και χηνών. Επίσης, εξάπλωση του ιού διαπιστώθηκε στον πληθυσμό άγριων πτηνών σε περιοχές της Βάδης-Βυρτεμβέργης, της Βαυαρίας και της Ρηνανίας-Παλατινάτου. Η ανάλυση κινδύνου του Ινστιτούτου Friedrich-Loeffler χαρακτηρίζει αυτήν τη στιγμή τον κίνδυνο μετάδοσης στους άγριους υδρόβιους πτηνά ως μεσαίο, ενώ προειδοποιεί ότι το ρίσκο για τις πτηνοτροφικές εγκαταστάσεις αυξάνεται λόγω της κινητικότητας των μεταναστευτικών πουλιών και της πτώσης της θερμοκρασίας.
Οι αρχές καλούν όλους τους πτηνοτρόφους να επανεξετάσουν και να εφαρμόζουν αυστηρά τα μέτρα βιοασφάλειας. Είναι απαραίτητη η αποτροπή κάθε άμεσα ή έμμεσου επαφής μεταξύ οικόσιτων και άγριων πτηνών, καθώς και η αποφυγή πρόσβασης των άγριων πτηνών σε ζωοτροφές, στρωμνές και εξοπλισμό. Συστήνεται επίσης η αγορά πτηνών μόνο από υγιείς και ελεγμένους πληθυσμούς, ενώ σε περίπτωση συμπτωμάτων ή θανάτων να ειδοποιείται αμέσως κτηνίατρος. Η κοινωνία καλείται να συμβάλλει, καθώς οι πολίτες ενημερώνονται να αναφέρουν κάθε ύποπτο ή νεκρό άγριο πουλί, ειδικά υδρόβια, στις αρμόδιες κτηνιατρικές υπηρεσίες. Σε περίπτωση εύρεσης πολλών νεκρών πουλιών ίδιας κατηγορίας, όπως σπουργίτια ή περιστέρια, η ενημέρωση των αρχών θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική.
Η γρίπη των πτηνών αποτελεί εξαιρετικά μεταδοτική νόσο, που οφείλεται κυρίως σε στελέχη όπως τα H5 και H7 και προκαλεί σοβαρή νοσηρότητα στα πτηνά. Οι ειδικοί σημειώνουν πως τα υδρόβια άγρια πτηνά συνιστούν τη βασική φυσική δεξαμενή του ιού. Η πιθανότητα μετάδοσης στον άνθρωπο είναι πολύ χαμηλή, ωστόσο συνίσταται προσοχή σε όσους έρχονται σε στενή επαφή με μολυσμένα ζώα. Άτομα με συμπτώματα υγείας μετά από ύποπτη επαφή πρέπει να επισκέπτονται άμεσα γιατρό. Επιπλέον, στην ιστοσελίδα του Υπουργείου της Έσσης είναι διαθέσιμες οδηγίες και προληπτικά μέτρα για επιχειρήσεις κάθε μεγέθους που διατηρούν πτηνοτροφικές εγκαταστάσεις.

Αφήστε μια απάντηση